Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Το ανυπότακτο Παρίσι της Κομμούνας



Χάρης Παπαδόπουλος
Πώς μια "εθνική κρίση" κατέληξε στην πρώτη "έφοδο στον ουρανό".
Στις 18 Μάρτη 1871, στο εξε­γερ­μέ­νο Πα­ρί­σι ξε­κί­νη­σε για πρώτη φορά στην ιστο­ρία μια προ­λε­τα­ρια­κή επα­νά­στα­ση. Οι ερ­γά­τες του Πα­ρι­σιού δο­κί­μα­σαν να φτιά­ξουν μια κοι­νω­νία χωρίς αφε­ντι­κά, όπου οι πα­ρα­γω­γοί του πλού­του να είναι ταυ­τό­χρο­να και οι αφέ­ντες του και όπου οι αντι­πρό­σω­ποι του λαού να είναι άμεσα ανα­κλη­τοί ανά πάσα στιγ­μή. Όλα τα αγαθά της κοι­νω­νί­ας να δια­τί­θε­νται για τις ανά­γκες των πολ­λών και κα­νείς να μην παίρ­νει μισθό πάνω από αυτόν του ει­δι­κευ­μέ­νου ερ­γά­τη.
Το πεί­ρα­μα αυτό κρά­τη­σε 72 μέρες σε μια πόλη 2 εκα­τομ­μυ­ρί­ων αν­θρώ­πων και συ­ντρί­φτη­κε μέσα σε ένα απί­στευ­το λου­τρό αί­μα­τος, που ορ­γά­νω­σαν οι πλού­σιοι της Γαλ­λί­ας κατά των τα­πει­νών. Αυτό ήταν η Κο­μού­να του Πα­ρι­σιού.
Η «εθνι­κή κρίση»

Αυτή η έκρη­ξη τα­ξι­κής συ­νει­δη­τό­τη­τας και αυ­τε­νέρ­γειας των μαζών ξε­κί­νη­σε από μια «εθνι­κή πε­ρι­πέ­τεια». Το 1870 ο αυ­το­κρά­το­ρας της Γαλ­λί­ας Λου­δο­βί­κος Βο­να­πάρ­της ξε­κί­νη­σε έναν τυ­χο­διω­κτι­κό πό­λε­μο ενά­ντια στην Πρω­σία, προ­σπα­θώ­ντας να εμπο­δί­σει την ενο­ποί­η­ση των γερ­μα­νι­κών κρα­τι­δί­ων. Ο γαλ­λι­κός στρα­τός κα­τα­τρο­πώ­θη­κε σε μια σειρά μαχών σε πέντε εβδο­μά­δες, και τέλος στο Σε­ντάν, την 1η Σε­πτέμ­βρη του 1870, ο ίδιος ο Γάλ­λος αυ­το­κρά­το­ρας και 83.000 στρα­τιώ­τες πα­ρα­δό­θη­καν στους Πρώ­σους. Η γαλ­λι­κή αυ­το­κρα­το­ρία κα­ταρ­ρέ­ει αμέ­σως, ενώ στις 4 Σε­πτέμ­βρη στο Πα­ρί­σι, κάτω από τον λαϊκό ξε­ση­κω­μό που πο­λιορ­κεί την Εθνο­συ­νέ­λευ­ση, ανα­λαμ­βά­νει μια κυ­βέρ­νη­ση «εθνι­κής άμυ­νας» να ορ­γα­νώ­σει την αντί­στα­ση στα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα που προ­ε­λαύ­νουν.

Όμως η νέα κυ­βέρ­νη­ση, με επι­κε­φα­λής τον Αδόλ­φο Θιέρ­σο, φο­βά­ται πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο τους ερ­γά­τες του Πα­ρι­σιού από τους Πρώ­σους στρα­τιώ­τες. Όλοι οι πλού­σιοι Πα­ρι­ζιά­νοι εγκα­τα­λεί­πουν την πρω­τεύ­ου­σα από τις αρχές Σε­πτέμ­βρη. Η Εθνο­συ­νέ­λευ­ση με­τα­κο­μί­ζει στο Μπορ­ντό. Η ίδια η σύν­θε­σή της, από τη βαθιά συ­ντη­ρη­τι­κή Δεξιά έως την ακρο­δε­ξιά, προ­μη­νύ­ει μόνο κά­θε­τη σύ­γκρου­ση με το επα­να­στα­τι­κό ερ­γα­τι­κό πνεύ­μα που επι­κρα­τεί στο Πα­ρί­σι.

Οι Πρώ­σοι, ύστε­ρα από πο­λιορ­κία τεσ­σά­ρων μηνών μπαί­νουν στο Πα­ρί­σι, αλλά η Εθνο­φρου­ρά, απο­τε­λού­με­νη από τους ερ­γά­τες και τους μι­κρο­μα­γα­ζά­το­ρες της πόλης, τους απω­θεί και τους πε­ριο­ρί­ζει σε ένα μικρό μέρος του Πα­ρι­σιού.

Αλλά o Θιέρ­σος μοι­ρά­ζει τα πα­ρά­ση­μα στους στρα­τη­γούς της βο­ρειο­α­να­το­λι­κής Γαλ­λί­ας που χά­νουν όλες τις μάχες και με κάθε τρόπο σα­μπο­τά­ρει συ­στη­μα­τι­κά την άμυνα του Πα­ρι­σιού. Η Εθνο­φρου­ρά και ο λαός του Πα­ρι­σιού απο­κα­λούν την αστι­κή τάξη «λι­πο­τά­κτες» (Francs-fileurs) και την κυ­βέρ­νη­ση «συν­θη­κο­λό­γους» (capitulards).

Η κυ­βέρ­νη­ση της υπο­τι­θέ­με­νης «εθνι­κής άμυ­νας» ορ­γα­νώ­νει μόνο πα­νω­λε­θρί­ες. Στη μάχη του Μετζ αιχ­μα­λω­τί­ζο­νται 180.000 Γάλ­λοι στρα­τιώ­τες και ο πό­λε­μος τε­λειώ­νει με τη συν­θη­κο­λό­γη­ση στις 17 Φλε­βά­ρη 1871. Η Γαλ­λία αφο­πλί­ζει το στρα­τό της και πα­ρα­δί­δει την Αλ­σα­τία και τη Λο­ρέ­νη.

Ο Θιέρ­σος έχει τώρα να αντι­με­τω­πί­σει τον κύριο εχθρό του, το ανυ­πό­τα­κτο Πα­ρί­σι. Εξου­σία στην πόλη σε με­γά­λο βαθμό είναι η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή της Εθνο­φρου­ράς, δη­λα­δή οι εκλεγ­μέ­νοι και άμεσα ανα­κλη­τοί ηγέ­τες των ερ­γα­τών εθε­λο­ντών της άμυ­νας του Πα­ρι­σιού. Η Εθνο­συ­νέ­λευ­ση και η κυ­βέρ­νη­ση με­τα­κο­μί­ζουν στις Βερ­σα­λί­ες, έξω από το Πα­ρί­σι. Ο Θιέρ­σος στα­μα­τά τη μι­σθο­δο­σία της Εθνο­φρου­ράς και ορ­γα­νώ­νει στρα­τιω­τι­κή επι­δρο­μή για να κα­τα­λά­βει τα κα­νό­νια της Μον­μάρ­τρης και της Μπελ­βίλ. Τα 227 κα­νό­νια της Εθνο­φρου­ράς που βρί­σκο­νταν εκεί ήταν αγο­ρα­σμέ­να από ερά­νους των ερ­γα­τών και εξάλ­λου δεν πε­ρι­λαμ­βά­νο­νταν στη συμ­φω­νία αφο­πλι­σμού, αλλά η γαλ­λι­κή αστι­κή τάξη δεν αι­σθα­νό­ταν ασφά­λεια με τους ερ­γά­τες να δια­θέ­τουν βαρύ οπλι­σμό.

Η κα­τα­δρο­μι­κή επι­χεί­ρη­ση του Θιέρ­σου έγινε πριν από τα ξη­με­ρώ­μα­τα της 18ης Μάρτη 1871, με επι­κε­φα­λής τους στρα­τη­γούς Λε­κόντ και Τομά. Ήταν πλή­ρης απο­τυ­χία. Οι εθνο­φρου­ροί όχι μόνο απέ­κρου­σαν την επί­θε­ση, αλλά κά­λε­σαν το λαό του Πα­ρι­σιού στους δρό­μους. Χι­λιά­δες ερ­γά­τες κα­τέ­βη­καν στην πλα­τεία Πι­γκάλ, ενώ βγήκε να τους αντι­με­τω­πί­σει η κύρια δύ­να­μη τα­κτι­κού στρα­τού του Πα­ρι­σιού, το 81ο σύ­νταγ­μα. Όμως οι φα­ντά­ροι συ­να­δελ­φώ­θη­καν με τους ερ­γά­τες και ανά­γκα­σαν και τους αξιω­μα­τι­κούς να ακο­λου­θή­σουν. Το ίδιο από­γευ­μα οι εξε­γερ­μέ­νοι στρα­τιώ­τες οδη­γούν στο από­σπα­σμα τους δύο επι­κε­φα­λής στρα­τη­γούς. Ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος έχει ξε­κι­νή­σει.

Στο Πα­ρί­σι, στην αρχή κυ­ριαρ­χού­σε από­λυ­τα το πα­τριω­τι­κό πνεύ­μα ανά­με­σα στους εθε­λο­ντές εθνο­φρου­ρούς. Πα­ρό­λο που εκ των πραγ­μά­των ως φυ­σι­κοί ηγέ­τες των ένο­πλων ερ­γα­τών ανα­δει­κνύ­ο­νταν σο­σια­λι­στές και αναρ­χι­κοί αγω­νι­στές, όλα έμοια­ζε να τα κυ­ριαρ­χεί η ιδέα της σω­τη­ρί­ας της πα­τρί­δας. Ακόμη και η εφη­με­ρί­δα της ομά­δας του Μπλαν­κί, των πιο ακραί­ων σο­σια­λι­στών ρι­ζο­σπα­στών της επο­χής, είχε ονο­μα­στεί «Η πα­τρί­δα κιν­δυ­νεύ­ει!»

Παρ’ όλα αυτά, την επα­να­στα­τι­κή συ­νεί­δη­ση των ερ­γα­τών και των ερ­γα­τριών που την άφη­ναν κοι­μι­σμέ­νη οι ηγέ­τες της πρω­το­πο­ρί­ας φρό­ντι­σε να την ξυ­πνή­σει η αστι­κή τάξη. Το τα­ξι­κό μίσος των πλού­σιων ήταν ασύλ­λη­πτο, κι ακόμη και στις πιο υπο­κρι­τι­κές στιγ­μές του ο Θιέρ­σος, την ώρα που κα­λού­σε το λαό στα όπλα υπέρ τάχα της δη­μο­κρα­τί­ας, πα­ρα­δε­χό­ταν ανοι­χτά πως θα χύσει μα­ζι­κά το γαλ­λι­κό αίμα για να αντι­με­τω­πι­στεί η «συ­νω­μο­σία του Πα­ρι­σιού».

Όμως, η στάση του Πα­ρι­σιού ήταν απί­στευ­τα επιει­κής. Όλοι οι αστυ­νο­μι­κοί και οι άν­θρω­ποι του κα­θε­στώ­τος έφευ­γαν ανε­νό­χλη­τοι για τις Βερ­σα­λί­ες, ενώ αφή­νο­νταν ελεύ­θε­ροι μετά τον αφο­πλι­σμό τους ακόμη και οι κα­τά­σκο­ποι που συλ­λαμ­βά­νο­νταν με στο­λές εθνο­φρου­ρών. Όπως γρά­φει ο Μαρξ, η πε­ρι­φρό­νη­ση που ένιω­θαν οι ερ­γά­τες του Πα­ρι­σιού για τους αστούς προ­στά­τευε τους δεύ­τε­ρους από το τα­ξι­κό μίσος των πρώ­των...

Η «ερ­γα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση»

Η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή της Εθνο­φρου­ράς ήταν η μόνη εξου­σία στο Πα­ρί­σι για τις επό­με­νες 8 μέρες. Δεν κί­νη­σε τα στρα­τεύ­μα­τά της ενά­ντια στις Βερ­σα­λί­ες για να κόψει το από­στη­μα της αστι­κής τάξης, την ώρα που ήταν πολύ εύ­κο­λο να κοπεί. Αντί­θε­τα, προ­σπά­θη­σε να κάνει εκεί­νες τις υπο­δειγ­μα­τι­κές ενέρ­γειες που θα έπει­θαν τους φτω­χούς στη Γαλ­λία και τον κόσμο να ακο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μά της. Έτσι ορ­γά­νω­σε εκλο­γές στο Πα­ρί­σι για τις 26 Μάρτη.

Αυτή η αφε­λής με­γα­λο­ψυ­χία απέ­να­ντι στα αφε­ντι­κά θα πλη­ρω­θεί στη συ­νέ­χεια με το αίμα δε­κά­δων χι­λιά­δων ερ­γα­τών του Πα­ρι­σιού...

Η νέα ερ­γα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση του Πα­ρι­σιού, η Κο­μού­να, ήταν ξε­κά­θα­ρα κυ­βέρ­νη­ση τα­ξι­κής μο­νο­μέ­ρειας. Όλα τα μέτρα που πήρε ήταν για να ανα­κου­φι­στούν οι φτω­χοί και να λει­τουρ­γή­σει στοι­χειω­δώς η πόλη. Η Κο­μού­να κα­τάρ­γη­σε τα χρέη από ενοί­κια, τη νυ­χτε­ρι­νή ερ­γα­σία, ανέ­βα­λε την κα­τα­βο­λή των χρεών, κα­θιέ­ρω­σε τη δε­κά­ω­ρη ερ­γα­σία (που ήταν πρό­ο­δος σε σχέση με το προη­γού­με­νο κα­θε­στώς), χώ­ρι­σε την εκ­κλη­σία από το κρά­τος και έπαψε να πλη­ρώ­νει τους πα­πά­δες, κα­τάρ­γη­σε τον μό­νι­μο στρα­τό και την αστυ­νο­μία και επέ­βα­λε ανώ­τε­ρο πλα­φόν στους μι­σθούς ίσο με αυτό του ει­δι­κευ­μέ­νου ερ­γά­τη.

Ένας Γερ­μα­νός ερ­γά­της ηγή­θη­κε στο υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας της Κο­μού­νας, ενώ φρού­ραρ­χος του Πα­ρι­σιού ανέ­λα­βε ο Πο­λω­νός επα­να­στά­της Ντο­μπρόφ­σκι, και διοι­κη­τής του ιπ­πι­κού της και του νό­τιου τομέα άμυ­νας ο επί­σης Πο­λω­νός Βρο­μπλέφ­σκι. Ο διο­ρα­τι­κός Ντο­μπρόφ­σκι ήταν αυτός που προ­σπα­θού­σε επί­μο­να να πεί­σει την Κο­μού­να να εκ­στρα­τεύ­σουν άμεσα κατά των Βερ­σα­λιών. Και ο κα­τά­λο­γος των αγω­νι­στών από άλλες χώρες δεν έχει τέλος.

Από τις πρώ­τες ενέρ­γειες της Κο­μού­νας ήταν να κα­θιε­ρώ­σει ως σύμ­βο­λό της την κόκ­κι­νη ση­μαία και να γκρε­μί­σει τη στήλη Βα­ντόμ (εμ­βλη­μα­τι­κό μνη­μείο του γαλ­λι­κού εθνι­κι­σμού).

Όμως το «η τάξη μας μπρο­στά από το έθνος» εφαρ­μο­ζό­ταν πολύ πιο συ­στη­μα­τι­κά από τους αστούς και τον Θιέρ­σο. Όσο ο λαός του Πα­ρι­σιού έδινε και την τε­λευ­ταία του πε­ντά­ρα για κα­νό­νια για την άμυνα, οι τρα­πε­ζί­τες, χρη­μα­τι­στές και στρα­τη­γοί συ­να­γω­νί­ζο­νταν με τους πο­λι­τι­κούς για τις πιο ψηλές μίζες σε εξο­πλι­σμούς και προ­μή­θειες για το στρα­τό. Η «εθνι­κή κα­τα­στρο­φή» της ήττας από την Πρω­σία ήταν ανέλ­πι­στο χρυ­σω­ρυ­χείο για την υψηλή κοι­νω­νία και το επι­τε­λείο. Όσο για τη στάση τους απέ­να­ντι στον Βί­σμαρκ και τον Κάι­ζερ, ήταν δου­λι­κό­τη­τα συν­δυα­σμέ­νη με δό­σεις κου­το­πο­νη­ριάς και κο­μπα­σμού.

Ο Βί­σμαρκ ανά­γκα­σε τους Γάλ­λους συ­νο­μι­λη­τές του να κά­νουν όλη τη βρό­μι­κη δου­λειά κατά του εξε­γερ­μέ­νου Πα­ρι­σιού. Ταυ­τό­χρο­να, για να επι­τρέ­ψει σε τσι­γκού­νι­κες δό­σεις τον επα­νε­ξο­πλι­σμό του Θιέρ­σου και την επι­στρο­φή στο στρα­τό των Βερ­σα­λιών όσων Γάλ­λων αιχ­μα­λώ­των ήταν έμπι­στοι εχθροί της Κο­μού­νας, επέ­βα­λε όλους τους όρους του σε πλήρη αναλ­γη­σία.

Και η γαλ­λι­κή αστι­κή τάξη δέ­χτη­κε τα πάντα, για να μπο­ρέ­σει να συ­ντρί­ψει το Πα­ρί­σι...

Φυ­σι­κά η Κο­μού­να, η πρώτη στον κόσμο «έφο­δος στον ου­ρα­νό» του προ­λε­τα­ριά­του, ήταν επό­με­νο να δια­πρά­ξει και σφάλ­μα­τα και να απο­δει­χθεί απρο­ε­τοί­μα­στη. Άφησε όλο το χρόνο στην αστι­κή τάξη να ορ­γα­νώ­σει την αντε­πί­θε­σή της. Ταυ­τό­χρο­να, οι κο­μου­νά­ροι «σε­βά­στη­καν» την αστι­κή νο­μι­μό­τη­τα αρ­νού­με­νοι να κα­τα­σχέ­σουν τα απο­θέ­μα­τα της Τρά­πε­ζας της Γαλ­λί­ας, που «στα χέρια της Κο­μού­νας άξι­ζαν πάνω από 10.000 ομή­ρους», όπως ση­μεί­ω­νε ο Έν­γκελς. Η Τρά­πε­ζα της Γαλ­λί­ας φυ­σι­κά συ­νέ­χι­ζε να χρη­μα­το­δο­τεί το Θιέρ­σο, ώσπου έπεσε η αι­μα­τη­ρή αυ­λαία της τε­λευ­ταί­ας «μα­τω­μέ­νης εβδο­μά­δας» με το κρε­σέ­ντο της σφα­γής των ερ­γα­τών.

Η Κο­μού­να προ­σπά­θη­σε να αντι­με­τω­πί­σει την «εθνι­κή κα­τα­στρο­φή», δη­λα­δή την ανι­κα­νό­τη­τα της γαλ­λι­κής αστι­κής τάξης να βγει από το αδιέ­ξο­δο που η ίδια δη­μιούρ­γη­σε. Δεν τα κα­τά­φε­ρε, γιατί πέρα από τις υπο­δειγ­μα­τι­κές δρά­σεις υπέρ των φτω­χών χρεια­ζό­ταν και άγρια απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα απέ­να­ντι στο κρά­τος και τους θε­σμούς των πλού­σιων κη­φή­νων.

Και όπως σε κάθε «εθνι­κή κρίση» όπου δεν δί­νε­ται λύση από τα κάτω και τα αρι­στε­ρά, το τέλος της κρί­σης ήταν το ανε­λέ­η­το ξε­σά­λω­μα της αντί­δρα­σης και της αντε­πα­νά­στα­σης...

rproject.gr